IBHS: Αγκομαχάει η ελληνική αγορά των γαλακτοκομικών/ τυροκομικών- Μέρος Α’

Έρευνα για την εικόνα και τις προοπτικές της αγοράς στην Ελλάδα.

Παρά τις επιμέρους θετικές ειδήσεις που προέρχονται κυρίως από το χώρο των πολύ μεγάλων, ισχυρών επιχειρήσεων του γαλακτοκομικού/ τυροκομικού κλάδου, η συνολική εικόνα της αγοράς στην Ελλάδα δεν είναι ευοίωνη. Η κατανάλωση γάλακτος υποχωρεί σε όλες σχεδόν τις κατηγορίες του, οι εισαγωγές αυξάνονται και οι απώλειες για τις γαλακτοβιομηχανίες, σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, το 12μηνο Σεπτέμβριος 2015 – Σεπτέμβριος 2016, ανέρχονται σε περίπου 85 εκατ. ευρώ.

 

Η εγχώρια γαλακτοβιομηχανία απαρτίζεται από μεγάλο αριθμό παραγωγικών εταιρειών. Από αυτές, μόνο λίγες είναι μεγάλου μεγέθους. Οι εταιρείες αυτές συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας παραγωγής, ενώ τα brands που παράγουν και διακινούν αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των καταναλωτικών συνηθειών του κοινού.

Οι επικεφαλής γαλακτοβιομηχανίες έχουν παρουσία και σε αγορές του εξωτερικού, ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος των επιχειρήσεων απαρτίζεται από μεσαίου και μικρού μεγέθους μονάδες που λειτουργούν στην περιφέρεια και ειδικεύονται στην παραγωγή ορισμένων μόνο γαλακτοκομικών προϊόντων.

Οι εταιρείες αυτές, λόγω σημαντικής υστέρησης σε μηχανολογικό εξοπλισμό και κεφαλαιακή επάρκεια, έχουν περιορισμένους όγκους παραγωγής, ενώ τα δίκτυα διανομής τους είναι σαφώς λιγότερο εκτεταμένα. Παρά το μικρό τους μέγεθος, οι περιφερειακές επιχειρήσεις κατέχουν αξιόλογα μερίδια αγοράς στις περιοχές δράσης τους, δίνοντας έμφαση στην παραγωγή τυροκομικών προϊόντων Π.Ο.Π.

Επίσης, μέρος των αναγκών της αγοράς ικανοποιείται από εισαγωγικές επιχειρήσεις γαλακτοκομικών ειδών και γενικότερα ειδών διατροφής, μερικές από τις οποίες αποτελούν επίσημους αντιπροσώπους ξένων brands στην ελληνική αγορά, αλλά και μέλη πολυεθνικών ομίλων. Αρκετοί εισαγωγείς μικρότερου μεγέθους διακινούν είδη που προορίζονται για επαγγελματική χρήση.

Ο Συνεταιρισμός ΘΕΣΓάλα είναι μια από τις επιχειρήσεις του κλάδου που εν μέσω κρίσης, αυξάνουν διαρκώς μερίδια αγοράς, γκάμα προϊόντων και βεληνεκές διανομής.

 

Το ελληνικό γιαούρτι

Στην αγορά γιαουρτιού δραστηριοποιούνται λίγες μεγάλου μεγέθους γαλακτοκομικές βιομηχανίες, οι οποίες αναπτύσσουν και αξιόλογη δραστηριότητα εξαγωγής και παραγωγής εκτός των ελληνικών συνόρων.  Ωστόσο στις αγορές της επαρχίας σημαντικά μερίδια κατέχουν πολυάριθμες μικρομεσαίες παραγωγικές μονάδες, διαθέτοντας παραδοσιακά προϊόντα, κυρίως από πρόβειο γάλα. Το μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης καλύπτεται από την εγχώρια παραγωγή. Αντιθέτως, η εισαγωγική διείσδυση είναι περιορισμένη.

Κυριότερο χαρακτηριστικό της αγοράς τα τελευταία χρόνια, υπό το βάρος της μειούμενης κατανάλωσης και της ενίσχυσης της ιδιωτικής ετικέτας, αποτέλεσε ο ανταγωνισμός των εταιρειών σε επίπεδο τιμών και προσφορών. Επίσης, ο ανταγωνισμός επικεντρώνεται στην ανάπτυξη αρκετών διαφοροποιημένων κωδικών ευρωπαϊκού τύπου με νέες γεύσεις ή συνδυασμούς γεύσεων, με έμφαση σε πρότυπα υγιεινής διατροφής (επιδόρπια, γιαούρτια με φρούτα, δημητριακά κ.λπ.).

Η κατηγορία του λευκού γιαουρτιού καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας κατανάλωσης. Το στραγγιστό αποτελεί την πιο ευρέως προτιμώμενη κατηγορία λευκού γιαουρτιού. Τα προϊόντα ευρωπαϊκού τύπου απαρτίζουν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της αγοράς, ενώ οι πωλήσεις παραδοσιακών προϊόντων υπολείπονται σημαντικά. Ο κλάδος έχει σημαντική εξαγωγική παρουσία με τα  εμπορικά δίκτυα του εξωτερικού να συμβάλλουν στην απορρόφηση σχεδόν του 1/3 της εγχώριας παραγωγής αγελαδινού γάλακτος.

Σκεπτικός ο Επίτροπος Φιλ Χόγκαν, κατά τη φετινή επίσκεψή του στη Μακεδονία. Η ελληνική κτηνοτροφία δυσκολεύεται και η Ε.Ε. αναζητάει λύσεις στήριξης. Φωτογραφία: Επιτροπή Ε.Ε. στην Ελλάδα.

 

Τυρί : το μεγάλο προϊόν

Στον παραγωγικό τομέα λειτουργούν πολυάριθμες επιχειρήσεις, οι περισσότερες από τις οποίες αποτελούν μονάδες μικρομεσαίου μεγέθους, με χαμηλή δυναμικότητα παραγωγής. Τα μεγαλύτερα μερίδια αγοράς κατέχουν οι οργανωμένες βιομηχανίες του ευρύτερου γαλακτοκομικού κλάδου, οι οποίες διαθέτουν ευρύτερη προϊοντική βάση και εκτεταμένα δίκτυα διανομής. Η ανάπτυξή τους βασίστηκε σε επενδύσεις εκσυγχρονισμού και αυτοματοποίησης των γραμμών παραγωγής, αλλά και σε εξαγορές μικρότερων τυροκομείων ή ίδρυση νέων.

Έτσι, η λειτουργία των μεγάλων επιχειρήσεων σταδιακά διαφοροποίησε τη φυσιογνωμία της ελληνικής τυροκομίας, προσδίδοντάς της βιομηχανική υφή, σε αντίθεση με τον παραδοσιακό χαρακτήρα των περασμένων δεκαετιών (ο οποίος ωστόσο διατηρείται στις τοπικές αγορές).

Οι βιομηχανικές μονάδες σε αρκετές περιπτώσεις συνάπτουν συνεργασίες με τοπικούς παραγωγούς με αντικείμενο την προμήθεια από τους τελευταίους των προϊόντων Π.Ο.Π. που παράγουν, ενώ στη συνέχεια προβαίνουν σε τυποποίηση / συσκευασία αυτών και προώθηση στα δίκτυα λιανικής πώλησης των super market. Πάντως, αρκετοί παραγωγοί τυποποιούν οι ίδιοι τα προϊόντα τους προκειμένου να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της αγοράς, υλοποιώντας τις απαραίτητες επενδύσεις εκσυγχρονισμού. Η αγορά συμπληρώνεται από τις εισαγωγικές εταιρείες τυροκομικών προϊόντων, οι οποίες αποτελούν αντιπροσώπους ξένων εμπορικών σημάτων στη χώρα μας.

Το μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης (πάνω από 50%) αφορά στα λευκά τυριά και κυρίως τη φέτα, ενώ αρκετά μικρότερα ποσοστά καταλαμβάνουν τα ημίσκληρα / σκληρά τυριά και τα τυριά τυρογάλακτος. Η φέτα καταλαμβάνει περίοπτη θέση μεταξύ των προϊόντων Π.Ο.Π. της χώρας, αποτελώντας το πλέον εξαγώγιμο προϊόν. Ο κλάδος καταλαμβάνεται σε μεγάλο βαθμό από χύμα προϊόντα, ωστόσο το συσκευασμένο τυρί έχει βελτιώσει το μερίδιό του. Επιπλέον, η κατανάλωση μετατοπίζεται σταδιακά σε φθηνότερες κατηγορίες τυροκομικών.

Στροφή προς φθηνότερες λύσεις στα τυροκομικά έχει κάνει το καταναλωτικό κοινό που δυσκολεύεται να αγοράσει τις, εξαιρετικές μεν αλλά σχετικά ακριβές, κρητικές γραβιέρες.

 

Χώρα προέλευσης: καταργήθηκε για να …ξανάρθει

Το Σεπτέμβριο του 2013 καταργήθηκε η υποχρεωτική αναγραφή της χώρας προέλευσης γάλακτος στις συσκευασίες των προϊόντων που είχε θεσπιστεί το 2010. Η αλλαγή αυτή επιβλήθηκε κατόπιν  πιέσεων από την Ε.Ε., με το σκεπτικό ότι το προηγούμενο καθεστώς παρεμπόδιζε τον υγιή ανταγωνισμό.

Υπό το βάρος της νέας νομοθεσίας και των αντιδράσεων από εγχώριες γαλακτοβιομηχανίες και κτηνοτροφικές μονάδες σχετικά με τη διαφαινόμενη αύξηση των εισαγωγών, το Υπουργείο Ανάπτυξης στα τέλη του 2014 προχώρησε στη θέσπιση προαιρετικού «Ελληνικού Σήματος», το οποίο θα πιστοποιεί τα προϊόντα για την ελληνικότητά τους και θα παρέχεται από τον ΕΛΓΟ Δήμητρα. Τα σημαντικότερα κριτήρια για την απόδοσή του είναι η παραγωγή του γάλακτος σε ελληνικές μονάδες εκτροφής, καθώς και η μετέπειτα επεξεργασία και συσκευασία του σε εγχώριες εγκαταστάσεις.  Τον Μάρτιο του 2015, καταργήθηκε το καθεστώς των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων στην Ε.Ε. που ίσχυε από τη δεκαετία του 1980 και στόχευε στον περιορισμό της ευρωπαϊκής πλεονασματικής παραγωγής.

Αναφορικά με την αγορά του γιαουρτιού, στα πλαίσια της εφαρμογής της εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ, πέρυσι αποφασίστηκε η αλλαγή του θεσμικού πλαισίου με την απαλοιφή του όρου «νωπό γάλα» για την παραγωγή ελληνικού γιαουρτιού από τον Κώδικα Τροφίμων και Ποτών. Αναλυτικά, το νέο άρθρο 82 αναφέρει: «Γιαούρτι χαρακτηρίζεται το γαλακτοκομικό προϊόν το οποίο παράγεται από τη ζύμωση και πήξη του γάλακτος». Το γεγονός αυτό επιτρέπει τη χρήση οποιασδήποτε μορφής γάλακτος στην παραγωγική διαδικασία (υψηλής θερμικής επεξεργασίας, συμπυκνωμένο κ.λπ.).

 

Ιαν.- Σεπτ. 2016  Μεταβολή όγκου κατανάλωσης γαλακτοκομικών προϊόντων ανά τομέα / Πηγή ΑΠΕ
Λευκό γάλα -16,9%
Γιαούρτι -7,6%
Τυροκομικά -3%

Κατανάλωση γάλακτος το 2016

Ο ευρύτερος κλάδος των γαλακτοκομικών προϊόντων έχει επηρεαστεί διαχρονικά από την οικονομική ύφεση των τελευταίων ετών, με την εγχώρια κατανάλωση μετά το 2009 να εμφανίζει πτωτική πορεία, με σημαντικές πάντως διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών της αγοράς (φρέσκο γάλα, γάλα υψηλής παστερίωσης, γιαούρτι, τυροκομικά).

Μετά την επιβολή των capital controls οι ρυθμοί υποχώρησης εντάθηκαν, λόγω και της μεγαλύτερης επιβάρυνσης των καταναλωτών με άμεσους και έμμεσους φόρους, με συνέπεια τη σταδιακή συρρίκνωση της αγοραστικής τους δύναμης. Ειδικότερα, η μετάταξη πολλών ειδών διατροφής το καλοκαίρι του 2015 από το χαμηλό συντελεστή ΦΠΑ 13% στο 23% και ακολούθως η αύξηση του συντελεστή στο 24% από 1.6.2016 προκάλεσε περαιτέρω μείωση της ζήτησης ακόμα και για βασικά ταχυκίνητα αγαθά, όπως τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Άμεση συνέπεια της επιδείνωσης του οικονομικού κλίματος ήταν οι σημαντικές απώλειες σε όγκο και αξία που παρατηρούνται έως και την τρέχουσα περίοδο στο γάλα και στο γιαούρτι, ενώ η αγορά των τυροκομικών εμφανίζει σαφώς ηπιότερη κάμψη.

Αναλυτικά, σύμφωνα με την IRI, ο συνολικός όγκος όλων των κατηγοριών γάλακτος που διακινήθηκε το 2016 μειώθηκε κατά 12,3% στους 329.978 τόνους, γεγονός που μεταφράστηκε σε κάμψη της κατανάλωσης κατά περίπου 46.300 τόνους. Η επίδραση της ύφεσης είναι προφανής, λαμβανομένης υπόψη και της κυκλοφορίας φθηνών κωδικών ιδιωτικής ετικέτας, οι οποίοι τιμολογούνται ακόμα και στα 88 λεπτά το λίτρο.

Πάντως, εκτός από την επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών, ως παράμετρος που επηρέασε δυσμενώς την αγορά του παστεριωμένου και υψηλής παστερίωσης γάλακτος μπορεί να θεωρηθεί και η δυσλειτουργία της αλυσίδας Μαρινόπουλος πριν την οριστικοποίηση της εξαγοράς της από τη Σκλαβενίτης. Υπενθυμίζεται ότι η πρώτη εφάρμοζε επιθετική εμπορική πολιτική μέσω της προσφοράς των 99 λεπτών το λίτρο σε όλες τις μάρκες κάθε Δευτέρα και Τρίτη, γεγονός που της είχε επιτρέψει να συγκεντρώσει το 65% των πωλήσεων γάλακτος στα super market.

 

Μεταβολή κατανάλωσης γάλακτος ανά κατηγορία: 2016/ Πηγή: IRI
Σε Όγκο Σε Αξία
Σύνολο αγοράς -12,3% -12,6%
Εβαπορέ -14,6% -17,8%
Παστεριωμένο -13,8% -12,3%
Υψηλής παστερίωσης -9,5% -11,00%
Μακράς διάρκειας 13,7% Μ.δ.

Επιπτώσεις της κρίσης

Η φθίνουσα κατανάλωση οδήγησε τις γαλακτοβιομηχανίες του κλάδου σε περιορισμό των ημερήσιων ποσοτήτων γάλακτος που παρελάμβαναν, ενώ άλλες διέκοψαν τη συνεργασία τους με κτηνοτροφικές μονάδες, με συνέπεια αρκετές από τις τελευταίες να κλείσουν. Παράλληλα, μετακύλισαν σημαντικό μέρος του κόστους στους κτηνοτρόφους, καθυστερώντας τις πληρωμές λόγω προβλημάτων ρευστότητας και πιέζοντας για μείωση των τιμών παράδοσης, καθώς με τη σειρά τους δέχτηκαν πιέσεις από τα super market για φθηνότερα προϊόντα. Επίσης, παρατηρήθηκαν περιπτώσεις κλιμακωτών αγορών σε διαφορετικές τιμές (π.χ. αγορά κάποιου μέρους της ποσότητας φθηνά και του υπόλοιπου με υψηλότερη τιμή).

Την τρέχουσα περίοδο οι τιμές του γάλακτος σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχουν αυξηθεί· η άνοδος αποτελεί αρνητική παράμετρο για τις βιομηχανίες, δεδομένης μάλιστα και της μεγάλης πτώσης της κατανάλωσης. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, στα τέλη του περασμένου Φεβρουαρίου η μέση τιμή του αγελαδινού γάλακτος καλής ποιότητας διαμορφωνόταν στα 40 λεπτά, από 35 λεπτά πέρυσι.

Επίσης, η απελευθέρωση της διάρκειας ζωής του γάλακτος έχει επιτρέψει στις εγχώριες γαλακτοβιομηχανίες να περιορίσουν το κόστος των επιστροφών, το οποίο επιβαρύνει τις λιανικές τιμές. Ωστόσο, οι αλυσίδες super market και οι μεγάλοι προμηθευτές έχουν πλέον τη δυνατότητα να εισάγουν φθηνότερο γάλα από ξένες βιομηχανίες και να το διαθέτουν ως φρέσκο με τον όρο παστεριωμένο σε ανταγωνιστικές τιμές (ως επώνυμο προϊόν είτε ως ιδιωτική ετικέτα). Το γεγονός αυτό θα συμβάλει στην όξυνση του ανταγωνισμού μεταξύ εγχώριων βιομηχανιών και λιανεμπόρων, ακόμα και στην περίπτωση που θα διενεργούν και οι πρώτες εισαγωγές από το εξωτερικό, καθώς θεωρείται αρκετά πιθανή η απώλεια μέρους των μεριδίων τους.

Τη μελέτη της ελληνικής γαλακτοκομικής αγοράς εκπόνησε ο Αλέξης Νικολαΐδης, Senior Analyst της εταιρείας Infobank- Hellastat [anikolaidis@ibhs.gr], την οποία ευχαριστούμε για την άδεια δημοσίευσης εκτεταμένων αποσπασμάτων. Δημοσιεύτηκε στο 7ο τεύχος του Dairy News, Ιούνιος 2017. 

You might also like