Έρευνα IBHS: Η πρωτογενής αγορά γάλακτος

Πως διαμορφώνεται η παραγωγή και η αγορά στην Ελλάδα.

Στο κείμενο που ακολουθεί παρουσιάζουμε εκτεταμένα αποσπάσματα από τη μεγάλη κλαδική έρευνα της εταιρείας Infobank Hellastat με τίτλο «Γαλακτοκομικά Προϊόντα- Απρίλιος 2017», την οποία εκπόνησε ο Αλέξης Νικολαΐδης, Senior Analyst της εταιρείας.

 

Ο πρωτογενής τομέας της παραγωγής γάλακτος στη χώρα μας χαρακτηρίζεται από συνεχή υποχώρηση του αριθμού των δραστηριοποιούμενων μονάδων και επομένως του όγκου παραγωγής, καθώς οι κτηνοτρόφοι αντιμετωπίζουν αυξανόμενο κόστος ζωοτροφών που δεν τους επιτρέπει να προμηθευτούν τις απαραίτητες ποσότητες πρώτων υλών. Παράλληλα, η σημαντική καθυστέρηση των πληρωμών προκαλεί αρκετά χαμηλά επίπεδα ρευστότητας.

Αγελαδινό γάλα: λιγοστεύει με το χρόνο…

Σύμφωνα με στοιχεία του ΕΛΓΟ- Δήμητρα, το γαλακτοκομικό έτος 2015-2016 βρίσκονταν σε λειτουργία 3.215 αγελαδοτροφικές μονάδες, αριθμός μειωμένος κατά 4,2% σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, ενώ στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας ξεπερνούσε τις 12.000. Τα τελευταία 10 χρόνια η σωρευτική μείωση του αριθμού των κτηνοτρόφων διαμορφώθηκε σε 53%, καθώς η λειτουργία των μονάδων τους δεν είναι εφικτή λόγω των υψηλών εισαγωγών φθηνού γάλακτος και των χαμηλών τιμών.

Η ποσότητα αγελαδινού γάλακτος που παραδόθηκε στις εταιρείες του κλάδου την τελευταία περίοδο υποχώρησε περαιτέρω κατά 0,7%, στους 605.590 τόνους, όγκος χαμηλότερος του προ δεκαετίας επιπέδου κατά 18,4%. Η μείωση αυτή είναι αρκετά πιο περιορισμένη συγκριτικά με την υποχώρηση του αριθμού των παραγωγών.  Υπενθυμίζεται ότι η εθνική ποσόστωση για την Ελλάδα καταργήθηκε την περίοδο 2014-2015, όταν και είχε διαμορφωθεί σε 878.298 τόνους.

Η εγχώρια παραγωγή δεν επαρκεί για την κάλυψη της συνολικής κατανάλωσης αγελαδινού γάλακτος (σε διάφορες μορφές).

 

Κατά τη διάρκεια του 2016 εμφανίστηκαν ενδείξεις σταθεροποίησης της παραγωγής, καθώς ο παραγόμενος όγκος αγελαδινού γάλακτος διαμορφώθηκε στους 600.485 τόνους, ποσότητα οριακά χαμηλότερη έναντι του αντίστοιχου περσινού διαστήματος. Οι παραδοθείσες ποσότητες κάθε μήνα υπερέβαιναν τις αντίστοιχες του 2015 το πρώτο τετράμηνο, ενώ τους επόμενους 5 μήνες καταγράφηκε μικρή υστέρηση. Συνολικά, θετικό πρόσημο επικράτησε τους 6 από τους 12 μήνες του έτους.

Η εγχώρια παραγωγή δεν επαρκεί για την κάλυψη της συνολικής κατανάλωσης αγελαδινού γάλακτος (σε διάφορες μορφές), η οποία εκτιμάται ότι ανέρχεται στους 1,35 εκ. τόνους. Επομένως, τα τελευταία χρόνια καλύπτεται λιγότερο από το 50% των αναγκών. Η απόκλιση αυτή υποδεικνύει ότι το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής παραγωγής χρησιμοποιείται για την παραγωγή φρέσκου γάλακτος, ενώ οι αυξανόμενες εισαγωγές σε πρώτη ύλη προορίζονται για την κατηγορία υψηλής παστερίωσης και άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα (γιαούρτι, επιδόρπια γιαουρτιού, τυριά κ.λπ.).

Από τους περίπου 600.000  τόνους γάλακτος που παράγονται τα τελευταία χρόνια, οι 400.000 τόνοι διοχετεύονται στην αγορά ως φρέσκο προϊόν, οι 150.000 χρησιμοποιούνται για παραγωγή γιαουρτιού και 50.000 για τυροκομικά προϊόντα.

Συγκέντρωση παραγωγών, ζώων και γάλακτος

Στον πρωτογενή τομέα παρατηρείται αντίστροφη σχέση μεταξύ του αριθμού των παραγωγών και της ποσότητας που παραδίδουν. Αναλυτικά, το 81% της παραγωγής το 2015 προήλθε από μονάδες που παρέδωσαν πάνω από 200 τόνους γάλακτος. Ωστόσο, το ποσοστό αυτό προήλθε μόνο από το 24,5% του αριθμού των παραγωγών. Αντιθέτως, η πλειοψηφία των κτηνοτρόφων παρέδωσαν μικρές ποσότητες (π.χ. το 19% αυτών είχε όγκο παραγωγής χαμηλότερο των 10 τόνων, το 32% από 10 έως 50 τόνους κ.λπ.).

Οι περισσότερες αγελαδοτροφικές μονάδες λειτουργούν στην Κεντρική Μακεδονία. Από την περιφέρεια αυτή, το 2015 προήλθε το 49% της συνολικής παραγωγής αγελαδινού γάλακτος (294.451 τόνοι). Ακολούθως, η Ανατολική Μακεδονία & Θράκη παρήγαγε το 16,5% του συνόλου, η Θεσσαλία το 15,6%, ενώ οι υπόλοιπες περιφέρειες εμφάνισαν μονοψήφια μερίδια. Αθροιστικά, από τις 3 πρώτες περιφέρειες προήλθε το 81% του συνολικού όγκου.

Αναφορικά με τις τιμές παραγωγού στο αγελαδινό γάλα, η μέση τιμή στο σύνολο της αγοράς για το 2016 διαμορφώθηκε στα 0,3889 ευρώ το κιλό, σημειώνοντας υποχώρηση 7,5% σε σχέση με το 2015. Η απελευθέρωση της διάρκειας ζωής του φρέσκου γάλακτος έχει οδηγήσει σε αθρόες εισαγωγές από πλεονασματικές παραγωγικά χώρες, κάτι που σε συνδυασμό με τη σημαντική μείωση των ποσοτήτων που παραλαμβάνουν οι εγχώριες βιομηχανίες οδηγεί τους παραγωγούς σε χαμηλότερες τιμές διάθεσης και εγκατάλειψη του επαγγέλματος.

Οι συνθήκες επιδεινώθηκαν μετά την επιμήκυνση της διάρκειας ζωής στις 11 ημέρες το 2015, καθώς πλέον εισάγονται σημαντικές ποσότητες από γειτονικές βαλκανικές χώρες και την Κεντρική Ευρώπη. Συγκριτικά, οι τιμές παραγωγού στα Βαλκάνια στα μέσα του 2016 διαμορφώνονταν στα 32-33 λεπτά το κιλό και σε ευρωπαϊκές χώρες με υπερπαραγωγή ακόμα και κάτω από τα 30 λεπτά, με τις τιμές για τους Έλληνες παραγωγούς να κυμαίνονται πάνω από τα 40 λεπτά.

Κατά τη διάρκεια του έτους προέκυψαν χαμηλότερες έναντι του 2015 μηνιαίες τιμές και τους 12 μήνες, με τη μέση μηνιαία τιμή να κατέρχεται από τα 0,4175 ευρώ το κιλό τον Ιανουάριο έως τα 0,3765 ευρώ το Μάιο, για να εμφανίσει στη συνέχεια μερική ανάκαμψη έως τα 0,3904 ευρώ το Δεκέμβριο.

Την τελευταία δεκαετία ο αριθμός των παραγωγών αιγοπρόβειου γάλακτος εμφάνισε υποχώρηση της τάξης του 13,6%.

 

Μειώνονται οι παραγωγοί αιγοπρόβειου γάλακτος

Η υποχώρηση του αριθμού των παραγωγικών μονάδων εντοπίζεται και στον τομέα του αιγοπρόβειου γάλακτος. Όπως φαίνεται στο σχετικό πίνακα, το 2016 βρίσκονταν σε λειτουργία 41.611 μονάδες παραγωγής πρόβειου γάλακτος, αριθμός ελαφρώς μειωμένος από το προηγούμενο έτος, μετά από μια τριετία βελτίωσης. Συνολικά, την τελευταία δεκαετία ο αριθμός των παραγωγών εμφάνισε υποχώρηση της τάξης του 13,6%.

Αντιθέτως, η παραγωγή ακολουθεί ανοδική πορεία, με εξαίρεση δύο περιόδους ενδιάμεσης κάμψης, ξεπερνώντας το τελευταίο έτος τους 604.000 τόνους (+10% σε σχέση με το 2015). Έτσι, κατά τη διάρκεια της περιόδου 2006-2016 η σωρευτική αύξηση έφτασε το 19,5%.

Οι περισσότερες εκμεταλλεύσεις αιγοπρόβειου γάλακτος βρίσκονται στην περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας (10.188 παραγωγοί, οι οποίοι αποτελούν το 21% του συνολικού αριθμού). Ακολούθως, το 13,3% βρίσκεται στη Θεσσαλία, το 12,2% στην  Ήπειρο, το 11,6% στην Κεντρική Μακεδονία κ.λπ.

Το μεγαλύτερο μέρος του όγκου παραγωγής πρόβειου γάλακτος το 2016 προήλθε από τη Θεσσαλία (20,5%, ή 123.555 τόνοι), ενώ σημαντική κρίνεται και η επίδοση της Δυτικής Ελλάδας (19,2%, 115.819 τόνοι) και της Κεντρικής Μακεδονίας (14,2%, 85.926 τόνοι). Οι 3 αυτές περιφέρειες παρήγαγαν πάνω από το 50% του συνολικού όγκου για το τελευταίο έτος.

Μέσα σε μια δεκαετία (2007-2016), χάθηκε το ένα τέταρτο των μονάδων παραγωγής κατσικίσιου γάλακτος.

 

Κατσικίσιο γάλα

Αναφορικά με τον τομέα του κατσικίσιου γάλακτος, το 2016 λειτουργούσαν 15.405 μονάδες γαλακτοπαραγωγής, έναντι 20.600 πριν από 10 χρόνια (-25%). Η σημαντική αυτή υποχώρηση συνοδεύτηκε από διαχρονική κάμψη του όγκου παραγωγής στους 141.718 τόνους το τελευταίο έτος, ποσότητα μειωμένη κατά 22,5% συγκριτικά με το προ δεκαετίας επίπεδο. Όμως σε σχέση με το προηγούμενο έτος παρατηρήθηκε αύξηση 9,1% για τέταρτη διαδοχική χρονιά.

Επίσης, το 23% της παραγωγής κατσικίσιου γάλακτος προήλθε από εκμεταλλεύσεις της Κεντρικής Μακεδονίας (32.360 τόνοι), ενώ ακολούθησε η Θεσσαλία με 17,2% (24.366 τόνοι), η Πελοπόννησος με 14,5% (20.611 τόνοι), η Δυτική Ελλάδα με 12% (16.929 τόνοι) κ.λπ. Οι τέσσερις περιφέρειες με τη μεγαλύτερη παραγωγή συγκέντρωσαν τα 2/3 του συνολικού όγκου.

ΠΙΝΑΚΕΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Αριθμός παραγωγών, παραγωγή και ποσοστώσεις αγελαδινού γάλακτος 2005-2016 (σε τόνους)

Αριθμός παραγωγών και παραγωγή αιγοπρόβειου γάλακτος 2006-2016 (σε τόνους)

Κατανομή παραγωγών αιγοπρόβειου γάλακτος ανά περιφέρεια ανάλογα με την ποσότητα που παραδίδουν 2016. Ποσότητες γάλακτος σε τόνους

Η μελέτη της ελληνικής γαλακτοκομικής αγοράς εκπόνησε ο Αλέξης Νικολαΐδης, Senior Analyst της εταιρείας Infobank- Hellastat [anikolaidis@ibhs.gr], την οποία ευχαριστούμε για την άδεια δημοσίευσης εκτεταμένων αποσπασμάτων. 
Το πρώτο μέρος της έρευνας της ΙΒΗS.

You might also like