Ελληνικό γάλα: Να του δώσουμε την (υπερ)αξία που του αξίζει     

Η αναζήτηση της διαφορετικότητας στην ελληνική γαλακτοκομία/ τυροκομία και η υιοθέτηση της καινοτομίας χαρακτήρισαν τόσο τις διαπιστώσεις όσο και τις προτάσεις πανεπιστημιακών που συμμετείχαν σε εκδηλώσεις στην Ελασσόνα για το γάλα, τη φέτα και την ελληνική παραγωγή. Κοινός τόπος όλων των εισηγητών ότι η χώρα δεν μπορεί να κινείται άλλο κατά τα ειωθότα.

Ρεπορτάζ: Θανάσης Αντωνίου. Φωτογραφία ©: Το Χωριό της Κάρλας.

 

Σημαντικούς προβληματισμούς για το παρόν και το μέλλον της ελληνικής γαλακτοπαραγωγού κτηνοτροφίας ανέπτυξαν στις εισηγήσεις τους πανεπιστημιακοί ερευνητές που συμμετείχαν στη Γιορτή Φέτας 2018 στην Ελασσόνα, τον περασμένο Σεπτέμβριο.

Στις τοποθετήσεις τους παρουσίασαν μια λιγότερο ‘λαμπερή’ εικόνα από αυτή που έχουμε συνηθίσει, μιας και αναφέρθηκαν σε χρόνιες ‘πληγές’ όπως είναι η σταδιακή πτώση της ποιότητας του παραγόμενου γάλακτος, οι κίνδυνοι από τις εισαγόμενες ζωοτροφές και το αυξανόμενο μερίδιο των εντατικών εκτροφών στο σύνολο της ελληνικής κτηνοτροφίας.

Χαμηλή η ποιότητα του γάλακτος

Ο Γεώργιος Ι. Αρσένος, καθηγητής στην Κτηνιατρική Σχολή του Αριστοτέλειου Παν/μίου Θεσσαλονίκης ξεκαθάρισε ότι η ποιότητα του ελληνικού γάλακτος δεν είναι αυτή που νομίζει το καταναλωτικό κοινό.

Σύμφωνα με τον Γ. Ι. Αρσένο, η ποιότητα του ελληνικού γάλακτος είναι χαμηλή και πρέπει να γίνουν προσπάθειες τόσο από τους κτηνοτρόφους όσο κι από την πολιτεία προκειμένου η ποιότητά του να αναβαθμιστεί. «Τα στοιχεία δείχνουν ότι η ποιότητα του γάλακτος που παράγεται στη χώρα είναι κακή. Κι αυτό διότι οι κτηνοτρόφοι κάνουν κακό άρμεγμα, σε σημείο γάλα που αρμέγεται με τα χέρια να είναι καλύτερης ποιότητας από το γάλα που αρμέγεται μηχανικά, λόγω κακής συντήρησης των αρμεκτηρίων και παντελούς έλλειψης τεχνικής κατάρτισης όσων  αρμέγουν» ανέφερε συγκεκριμένα.

Πρόσθεσε μάλιστα ότι  πολλές από τις πρακτικές που ακολουθούνται στις εκτροφές ουσιαστικά υποβαθμίζουν την ποιότητα του γάλακτος: «Σήμερα που η πλειονότητα των εκτροφών χρησιμοποιεί αρμεκτήρια, το πρόβλημα της μαστίτιδας είναι εντονότατο στα κοπάδια και δεν αντιμετωπίζεται όπως πρέπει».


Δεν είναι δυνατόν η ποιότητα  και η τιμή του γάλακτος που παράγεται από μόνιμα σταβλισμένα ζώα στον κάμπο της Λάρισας να είναι ίδια με το γάλα π.χ. της Ελασσόνας όπου τα ζώα βγαίνουν έξω και βοσκάνε στους φυσικούς βοσκότοπους. Αυτό το γάλα πρέπει να ‘ξεχωρίζει’ και η υπεραξία του να περάσει στο προϊόν.

Ο καθηγητής συνδέει ευθέως  την ποιότητα του γάλακτος με  το σύστημα εκτροφής. «Διαβάζω σε φυλλάδια ότι 45.000 πρόβατα της Ελασσόνας βόσκουν στις πλαγιές του Ολύμπου. Εγώ όμως ξέρω ότι το 90% των προβάτων στην περιοχή εκτρέφονται με ημιεντατικά  και μερικά εντατικά συστήματα. Χάνεται έτσι η μοναδική ποιότητα του ελληνικού γάλακτος που παραγόταν από τα ζώα που βοσκούσαν έξω» σχολίασε διευκρινίζοντας μάλιστα -στην καρδιά μιας διάσημης τυροκομικής ζώνης- ότι η φέτα η οποία ποικιλοτρόπως διαφημίζεται στη χώρα μας, είναι για τον ίδιο και τους συνεργάτες του ένα τυρί ‘πολύ χαμηλής αξίας’.

Ο καθηγητής Γεώργιος Ι. Αρσένος αναλύει με το γνωστό μαχητικό τρόπο του την κατάσταση που επικρατεί στην ελληνική γαλακτοκομία, σε εκδήλωση στην Ελασσόνα. Αριστερά ο καθηγητής Δημήτριος Κουρέτας και δεξιά ο καθηγητής  Γιώργος Παλησίδης.

 

Δεν όλα τα γάλατα ίδια

Ο καθηγητής έκανε αναφορά στις εισαγωγές γάλακτος  και πληροφόρησε τους ακροατές του, ελάχιστους δυστυχώς κτηνοτρόφους και τυροκόμους που συμμετείχαν στην εκδήλωση, ότι σύμφωνα με τους υπολογισμούς περίπου το 15% του γάλακτος που χρησιμοποιείται στην τυροκομία είναι εισαγόμενο.

«Βλέπουμε δημοσιεύματα για δεκάδες βυτία εισαγόμενου γάλακτος να μπαίνουν κάθε εβδομάδα στην Ελλάδα ενώ τα στοιχεία για το ισοζύγιο του γάλακτος που διαθέτουν οι αρμόδιες υπηρεσίες είναι του 2015 ή και παλαιότερα, κάτι που δεν μας επιτρέπει να ξέρουμε αν η φέτα που παράγεται με ποιο γάλα παράγεται» διευκρίνισε ο καθηγητής του Αριστοτέλειου.

Η πιο σημαντική από τις προτάσεις του καθηγητή ήταν η ανάγκη να διαφοροποιούνται τα προϊόντα ανάλογα με την προέλευση και την ποιότητα του γάλακτος. Σύμφωνα με την πρότασή του, πρέπει συγκεκριμένο τονάζ γάλακτος να δημιουργεί συγκεκριμένα προϊόντα με υπεραξία κι αυτό είναι κάτι που μπορούν και πρέπει να κάνουν οι μεταποιητές σε συνεργασία με τα πανεπιστήμια.

«Έχουμε στοιχεία που ενδιαφέρουν τους μεταποιητές και μπορούμε να τα μοιραστούμε μαζί τους αλλά δεν είδαμε κανένα ενδιαφέρον από μεταποιητή να ενσωματώσει αυτά τα δεδομένα  στην παραγωγή του» δήλωσε με εμφανή προβληματισμό.

Η κλιματική αλλαγή απειλεί την κτηνοτροφία: η αύξηση της θερμοκρασίας θα αλλάξει τη χημική σύνθεση του γάλακτος , θα μειώσει την περιεκτικότητα σε λίπος και σε πρωτεΐνες και θα επιφέρει νέες διατροφικές συνήθειες.

 

Το μέλλον της παραγωγής

Σύμφωνα με τον Γεώργιο Αρσένο, το ζήτημα που θα έπρεπε να απασχολεί την κτηνοτροφική κοινότητα είναι το μέλλον των συστημάτων εκτροφών στη χώρα μας. Επίσης θα έπρεπε να τους απασχολεί η κλιματική αλλαγή:  η αύξηση της θερμοκρασίας θα αλλάξει τη χημική σύνθεση του γάλακτος που παράγει το ζώο, θα μειώσει την περιεκτικότητα σε λίπος και σε πρωτεΐνες και θα επιφέρει νέες διατροφικές συνήθειες.

‘Πονοκέφαλος’ για τον κτηνοτροφικό κλάδο, σύμφωνα πάντα με τις επισημάνσεις του καθηγητή είναι οι εισαγόμενες ζωοτροφές και κατ’ επέκταση  οι γενετικά τροποποιημένες τροφές – η σόγια κυρίως- οι οποίες μπαίνουν μέσα στην αλυσίδα αξίας της φέτας. Για τον Γ. Αρσένο είναι ζήτημα που πρέπει να διευκρινιστεί το αν μπορεί η χώρα να υποστηρίξει την παραγωγή γάλακτος με μη γενετικά τροποποιημένες ζωοτροφές αλλά και αν υπάρχουν υποπροϊόντα στην ελληνική παραγωγή ούτως ώστε να έχει το παραγόμενο γάλα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που θα το κάνουν ξεχωριστό.

«Αναμφίβολα, η ποιότητα των ελληνικών προϊόντων είναι υψηλή, φαίνεται από τη διείσδυση που έχουν στις διεθνείς αγορές» υποστηρίζει ο καθηγητής και συμπληρώνει: «Βλέπουμε στις εκθέσεις μικρούς παραγωγούς που τους ‘κυνηγάνε’ οι ατζέντηδες του εξωτερικού. Βλέπουμε σε σουπερμάρκετ π.χ. της Ελβετίας, ελληνικά γαλακτοκομικά/ τυροκομικά προϊόντα που δεν υπάρχουν στην Ελλάδα- φτιάχνονται μόνο γι΄ αυτούς. Αν η Ελλάδα έχει προστιθέμενη αξία, τότε το γάλα είναι ένα προϊόν που μπορεί να πάρει υπεραξία από την ελληνική γη, από τον ελληνικό φυσικό πλούτο, αλλά αυτά τα χαρακτηριστικά θα πρέπει να συνδεθούν με το ίδιο το προϊόν».

You might also like