Κώστας Τσουτσοπλίδης: «Δουλειά μου είναι να δώσω αξία στο γάλα»

Ο Ηπειρώτης τυροκόμος σε μια εφ' όλης της ύλης συνέντευξη στο Dairy News

Ο Κώστας Τσουτσοπλίδης, ιδιοκτήτης του τυροκομείου ‘Μέτσοβο’ μας υποδέχεται στην έδρα της επιχείρησής του, στο Δροσοχώρι Ιωαννίνων και νιώθει ιδιαίτερη τιμή για την επίσκεψη της αποστολής όπως άλλωστε και για τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα CheeseculT.

 

Έλκοντας την καταγωγή του από μια Μετσοβίτικη οικογένεια η οποία ασχολείται με την τυροκομία από τις αρχές του 20ου αιώνα, ο ίδιος έχει σπουδάσει Χημεία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και Διοίκηση Επιχειρήσεων στη Βοστώνη, επέλεξε όμως να συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση στη μεταποίηση γάλακτος και, όπως φαίνεται,  δεν έκανε λάθος. Το ‘Μέτσοβο’ είναι σήμερα μια από τις σημαντικότερες ηπειρώτικες εταιρίες στον κλάδο της, διαθέτει πλούσια γκάμα προϊόντων, ευρύ δίκτυο διανομών και εξαιρετική φήμη ενώ σημαντικό κομμάτι του τζίρου της προέρχεται από εξαγωγές.

«Είμαι η τέταρτη γενιά που ασχολείται με την τυροκομία και δεν είμαι …Πόντιος όπως ίσως νομίζετε από το επώνυμό μου αλλά από το Μέτσοβο» μας λέει τη στιγμή που μας υποδέχεται. Στον αύλειο χώρο του τυροκομείου του μας περιμένουν τα προϊόντα που παράγει για μια γευστική δοκιμή τους αλλά και ηπειρώτικες πίτες, μαρμελάδες και μέλι για να συνοδεύσουμε τα εκλεκτά τυριά του.

Το τυροκομείο ‘Μέτσοβο’ στο Δροσοχώρι Ιωαννίνων

 

Από τη Μοσχόπολη στο Μέτσοβο

Ποιος είναι όμως ο Κώστας Τσουτσοπλίδης; Η οικογένειά του προέρχεται από την ιστορική Μοσχόπολη απ’ όπου κάποιος πρόγονός του, ακολουθώντας τα τσελιγκάτα βρέθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στην περιοχή του Μετσόβου. Ο πρόγονος αυτός  έμεινε στην περιοχή, έγινε Μετσοβίτης κι εργαζόταν ως ράφτης. «Οι παππούδες μου ήταν καποτάδες, αυτοί δηλαδή που έραβαν τις κάπες κι ακολουθούσαν τα τσελιγκάτα της Ηπείρου στις μετακινήσεις τους. Όταν οι κτηνοτρόφοι άρχισαν να εκμεταλλεύονται το γάλα – γιατί κάποτε εκμεταλλεύονταν μόνο το μαλλί και το κρέας των ζώων- η οικογένειά μου άρχισε να φτιάχνει τυριά» μας είπε.

Ο παππούς του, Κωνσταντίνος Τσουτσοπλίδης, ο οποίος ανέλαβε αργότερα το τιμόνι της επιχείρησης, προσπάθησε να αναπτύξει την τυροκομία των προγόνων του και συμμετείχε μάλιστα στις Διεθνείς Εκθέσεις Θεσσαλονίκης που πραγματοποιούνταν τη δεκαετία του 1930. Το 1937 κατάφερε να πάρει το πρώτο ‘Δίπλωμα’ της ΔΕΘ για το βούτυρο και για το ‘τυρό βιζέ’, δηλαδή το σκληρό τυρί, που έφτιαχνε. Πήρε δεύτερο βραβείο το 1938 πάλι για το τυρό βιζέ το οποίο πολλά χρόνια αργότερα, τη δεκαετία του 1970 ο πατέρας του σημερινού ιδιοκτήτη το κατοχύρωσε ως ‘Βλαχοτύρι’ και είναι εδώ και δεκαετίες το best seller προϊόν της εταιρίας.

Ο οικοδεσπότης μας άρχισε να δραστηριοποιείται στην οικογενειακή επιχείρηση τη δεκαετία του 1980 κι από την αρχή προσπάθησε να διαφοροποιηθεί. Από τα πιο απλά πράγματα της παραγωγής, όπως το μέγεθος των προϊόντων, περνώντας από τα κεφάλια των 10 κιλών στις μικρότερες συσκευασίες, μέχρι τα πιο μεγάλα όπως οι γεύσεις των προϊόντων που παρήγαγε.

Προϊόντα του ‘Τυροκομείο Μέτσοβο’ για γευστική δοκιμή στο πλαίσιο του έργου CheeseculT.

 

Εξαγωγές σε όλον τον κόσμο

Η  καταναλωτική αλλαγή της δεκαετίας του 1980 έδωσε στον Κώστα Τσουτσοπλίδη το  ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που αναζητούσε, τόσο στην τιμή όσο και στη σχέση με τους παραγωγούς τους οποίους πλέον μπορούσε να πληρώνει καλύτερα για να συνεργάζονται μαζί του. «Η αγορά ήταν αυτή που μας οδήγησε να βγάλουμε κι άλλα προϊόντα εκτός από Βλαχοτύρι, τη γραβιέρα και το κεφαλοτύρι, κι έτσι αρχίσαμε να κυκλοφορούμε παλαιωμένες γραβιέρες και σειρές τυριών με γεύσεις» μας εξηγεί. Λόγω του γεγονός ότι το Τυροκομείο Μέτσοβο πραγματοποιεί εξαγωγές στις ΗΠΑ, είναι υποχρεωμένος να κυκλοφορεί τυριά με 100% πρόβειο γάλα με αποτέλεσμα το γίδινο γάλα το οποίο επίσης επί δεκαετίες επεξεργαζόταν να οδηγηθεί  στην παραγωγή μιας μια νέας σειράς σκληρών τυριών όπως γιδογραβιέρα, γιδίσιο κεφαλοτύρι κ.ά.

Τα τελευταία 10 χρόνια, η εταιρία οδηγούμενη από την αγορά παρουσίασε νέα προϊόντα και το παράξενο είναι ότι αν και πρόκειται για  ένα σχετικά μικρό τυροκομείο, ένα απο τα προϊόντα του, το Βλαχοτύρι, εξάγεται σε πολλές πόλεις στον Καναδά. «Εξάγουμε τυριά σε διάφορες πόλεις στις ΗΠΑ και το καλό για όλες τις ελληνικές επιχειρήσεις είναι ότι τα ελληνικά προϊόντα έχουν λάβει σημαντική θέση στις αγορές του εξωτερικού, ειδικά στα εστιατόρια» λέει ο Ηπειρώτης τυροκόμος κι επιχειρηματίας.

Η ‘Μέτσοβο’ εξάγει επίσης στην Αυστραλία όπου υπάρχουν πάρα πολλοί Έλληνες οι οποίοι αγοράζουν κυρίως τα παραδοσιακά της προϊόντα, στο Ντουμπάι, μια ‘παράξενη’ αγορά στην οποία είναι δύσκολο να εισέλθουν οι ελληνικές επιχειρήσεις. «Πουλάμε σαγανάκι και γραβιέρα σε μικρές ποσότητες, δεν είναι όμως μια αγορά που την κυνηγάμε» μας εξηγεί ο συνομιλητής μας.

Η πρώτη εξαγωγή τυριών της οικογένειας Τσουτσοπλίδη, επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ακόμα, ήταν στην Ιταλία το 1905. →  Τη δεκαετία του ’80 στο νομό Ιωαννίνων λειτουργούσαν περίπου 80 τυροκομεία. →  Σήμερα είναι δυστυχώς ελάχιστα κι ένα από αυτά που απέμειναν είναι το ‘Μέτσοβο’ του Κώστα Τσουτσοπλίδη. →  Ο νομός Ιωαννίνων είναι ένας από τους νομούς της χώρας που παρουσίασαν μέσα στο 2022 μεγάλη πτώση στην παραγωγή φρέσκου γάλακτος.

Η Ευρώπη από την άλλη είναι μια αγορά που προτιμάει συγκεκριμένες γεύσεις ανά χώρα, σε άλλες αρέσει η προσθήκη ελαιόλαδου, στην Ελλάδα καταναλώνεται η Καπνιστή Μπουκοβέλα,  στο Βέλγιο το Φουμαρίνο και τη σκέτη Μπουκοβέλα, στην Σουηδία αρέσουν οι απλές γεύσεις όπως το Σαγανάκι και το Βλαχοτύρι κ.ά. Ο Κ. Τσουτσοπλίδης είναι ιδιατερα περήφανος  για το νεώτερο από τα προϊόντα του, το Κασκαβάλ Πίνδου, το οποίο τοποθέτησε στην αγορά του Μετσόβου εν μέσω πανδημίας κι έγινε ανάρπαστο. Η ελληνική αγορά φαίνεται ότι προτιμάει τέτοια προϊόντα που δεν θα μπορούσαν όμως να διεισδύσουν εύκολα σε αγορές όπως αυτή των ΗΠΑ όπου οι καταναλωτές προτιμούν τα λιγότερο πικάντικα, τα λιγότερο αλμυρά τυριά.

Η αγορά σε αναταραχή

«Μπαίνουμε σε μια περίοδο αβεβαιότητας και τα προβλήματα της κτηνοτροφίας είναι πολλά. Σήμερα επεξεργαζόμαστε περίπου 2.500 τόνους γάλα αλλά την επόμενη περίοδο μπορεί αυτή η ποσότητα να πέσει στους 2.000 τόνους διότι γνωρίζουμε πως κάποιοι κτηνοτρόφοι σφάζουν τα κοπάδια τους, αποχωρούν από το επάγγελμα και τα ξένα funds αγοράζουν τους πάντες» αναφέρει με έντονο σκεπτικισμό ο Κ. Τσουτσοπλίδης. Δεν χάνουμε φυσικά την ευκαιρία να τον ρωτήσουμε τη γνώμη του για το μπαράζ των εξαγορών γαλακτοτυροκομικών εταιριών τα τελευταία χρόνια, από το οποίο δεν …ξέφυγε και η μεγαλύτερη εταιρία της Ηπείρου, η ΔΩΔΩΝΗ. Σύμφωνα με τη γνώμη του όλο το προηγούμενο διάστημα  υπήρχαν πολλά χρήματα στις επενδυτικές εταιρίες του εξωτερικού που έπρεπε κάπως να επενδυθούν κι έτσι έγινε.


«Με προβληματίζουν οι διαθέσεις των ξένων funds που θέλουν να τα αγοράσουν όλα. Τελευταία έχουν μπει στο μάτι τους οι παρατημένοι ελαιώνες της Πελοποννήσου τους οποίους σκοπεύουν να αξιοποιήσουν για την παραγωγή βιολογικού ελαιολάδου το οποίο στη συνέχεια θα πωλείται σε τιμές που μπορεί να φτάσουν μέχρι και τα 100 ευρώ το κιλό! Πιστεύω στη δύναμη της ελληνικής ιδιωτικής πρωτοβουλίας η οποία μπορεί να αναπτύξει αυτή τον πρωτογενή τομέα στη χώρα μας»

«Απ όσο γνωρίζω τα ξένα κεφάλαια δεν αγοράζουν με προοπτική να πουλήσουν στην Ελλάδα διότι η χώρα μας δεν τους ενδιαφέρει ως αγορά, τους ενδιαφέρουν οι αγορές του εξωτερικού…» μας λέει και συμπληρώνει με μια δόση σαρκασμού: «Ξαφνικά οι ξένοι ανακαλύπτουν την ποιότητα των ελληνικών προϊόντων – λάδι, ελιές, κρασί, μέλι, γάλα. Αλλά, ξέρετε, δεν ανησυχώ για τη δική μου επιχείρηση διότι είμαι τόσο μικρός που δεν θα γυρίσουν ούτε να με κοιτάξουν. Πάντως τα ξένα κεφάλαια  θέλουν τα προϊόντα μας. Το φαγητό και η υγεία είναι τα δύο πράγματα που χρειάζεται ο άνθρωπος για να ζήσει».

Οι κτηνοτρόφοι

Όπως είναι γνωστό, οι σχέσεις της πρωτογενούς παραγωγής με την μεταποίηση τα τελευταία χρόνια έχουν περάσει από …σαράντα κύματα και φαίνεται πως μερικές φορές τα αντιτιθέμενα συμφέροντα δημιουργούν προβλήματα και στις δύο πλευρές. Ζητήσαμε από τον Κ. Τσουτσοπλίδη να μας σχολιάσει αυτές ακριβώς τις σχέσεις κι αυτός ‘θυμήθηκε’ την προσωπική του αντίδραση στα δύσκολα χρόνια που προηγήθηκαν. «Την περίοδο της μεγάλης κρίσης του γάλακτος, πριν μερικά χρόνια, οι παραγωγοί που έφταναν καθημερινά στο τυροκομείο παρακαλούσαν να εισκομίσουμε το γάλα τους. Εμείς πράγματι καταφέραμε να απορροφήσουμε και να μεταποιήσουμε όλη την παραγωγή τους κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να αποκτήσουμε ακόμα μεγαλύτερες σχέσεις εμπιστοσύνης» μας είπε.

Οπότε θα μπορούσε η κτηνοτροφία να είναι το επόμενο βήμα του. Ο ίδιος είναι κάπως διστακτικός. «Πράγματι είναι κάτι που το σκέφτομαι αν και δεν θα ήθελα να επεκτείνομαι σε βάρος συνεργατών μου από άλλους κλάδους- γι’ αυτό άλλωστε δεν έχω εισέλθει στη λιανική. Φέτος όμως το σκέφτηκα πολύ αλλά αυτή τη στιγμή είμαι μόνος μου και περιμένω τη διάδοχη κατάσταση στην οικογένεια – έχω τέσσερις γιους, οι τρεις ήδη σπουδάζουν» μας λέει χαμογελώντας. Και συμπληρώνει: «Αυτό πάντως που κάνω είναι να επενδύω συνεχώς σε νέους ανθρώπους που έχουν όρεξη να ασχοληθούν με τα ζώα. Αναζητούμε ανθρώπους που θέλουν να ασχοληθούν με τον πρωτογενή τομέα. Στην ευρύτερη περιοχή είμαι πολύ γνωστός κι οποιοσδήποτε μπορεί να με προσεγγίσει αν πραγματικά ενδιαφέρεται».

Ο Θανάσης Αντωνίου, αρχισυντάκτης του Dairy News με τον τυροκόμο Κώστα Τσουτσοπλίδη.

 

Τιμές γάλακτος

Σε όλη τη διάρκεια του οδοιπορικού στο οποίο συμμετείχες το Dairy News, η τιμή του γάλακτος ήταν το φλέγον ζήτημα μεταξύ των επαγγελματιών. Ο Κ. Τσουτσοπλίδης, ο οποίος το προηγούμενο διάστημα αγόραζε γάλα από 1,20- 1,32 ευρώ το λίτρο το πρόβειο, μας ενημέρωσε σχετικά πως παρά το γεγονός ότι η εταιρία έχει ενημερώσει τους πελάτες της στο εξωτερικό για τις εξελίξεις στην τιμή του γάλακτος στην Ελλάδα και την ανάγκη για αύξηση των τιμών από την πλευρά του τυροκομείου προκειμένου να αντιμετωπιστεί το αυξημένο κόστος παραγωγής, οι αντιδράσεις δεν είναι αρνητικές. «Οι πελάτες που έχουμε στο εξωτερικό ενδιαφέρονται για τα προϊόντα μας, θέλουν τα έχουν στις αποθήκες τους ανά πάσα στιγμή. Δεν ξέρω πως θα αντιδράσουν μελλοντικά, προς το παρόν πάντως η αντίδρασή τους είναι θετική. Ειδικά στις αγορές των ΗΠΑ μας έχει βοηθήσει πολύ η νέα ισοτιμία δολαρίου- ευρώ με αποτέλεσμα η επιβάρυνση στον Αμερικάνο αγοραστή να είναι σχετικά μικρή» μας εξηγεί.

Η ‘Μέτσοβο’ προχώρησε σε κάποιες ανατιμήσεις στα προϊόντα της, με βάση πάντα την αύξηση της τιμής του γάλακτος αλλά  όπως ομολογεί ο Ηπειρώτης τυροκόμος, «δεν είχα υπολογίσει την αύξηση της τιμής της ενέργειας». Έτσι, στόχος του για την επόμενη περίοδο είναι «να μην χάσω χρήματα διότι αυτή τη στιγμή το μηνιαίο κόστος ενέργειας στο τυροκομείο είναι μεγαλύτερο από το κόστος μισθοδοσίας»

Με έξοδα για ηλεκτρική ενέργεια 400 ευρώ την ημέρα, ο Κώστας Τσουτσοπλίδης έχει φουρτούνες στο κεφάλι του. Τη στιγμή που τον συναντήσαμε, στα μέσα Ιουλίου, το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να έχει μια πιο φθηνή τιμή κιλοβατώρας ύστερα από συμφωνία με έναν πάροχο, αλλά ο ίδιος δεν γνώριζε πως θα εξελιχθούν τα πράματα. Μια λύση θα μπορούσε να είναι η χρήση φωτοβολταϊκών  αλλά δυστυχώς το πρόβλημα είναι διότι δεν υπάρχει η δυνατότητα της σύνδεσης με το δίκτυο. «Ούτε στο σπίτι μου δεν μπορώ να βάλω φωτοβολταϊκά» μας λέει εκνευρισμένος.

Ανάπτυξη: Το ζητούμενο, αλλά…

Το 2009 ο Κώστας Τσουτσοπλίδης αγόρασε ένα μεγάλο οικόπεδο στο Καλπάκι Ιωαννίνων για την ανέγερση ενός νέου τυροκομείο αλλά δυστυχώς τον πρόλαβε η οικονομική κρίση και το σχέδιο ματαιώθηκε. Ο ίδιος όμως δεν παύει να ψάχνει για ευκαιρίες και να ονειρεύεται την ανάπτυξη του τυροκομείου του. «Το όνειρό μου είναι να δημιουργήσω ένα επισκέψιμο τυροκομείο και δεν ξέρω αν θα το κάνω εδώ που βρισκόμαστε ή στο Μέτσοβο για να κάνω κάτι στην πατρίδα μου. Κι όχι μόνο να είναι επισκέψιμο, αλλά να μπορεί κάποιος μικρός παραγωγός να έρθει στο τυροκομείο και να κάνει το τυρί του, να πληρώνει το κόστος και να το παίρνει και να φεύγει».

 

You might also like