Ταξιδέψαμε στην Κύθνο. Τον αναζητήσαμε και τον βρήκαμε στο ‘κελί’ του, λίγο έξω από την Χώρα. Ο Δημήτρης Βλαστάρης, ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς Θερμιώτες είναι κάποιος για τον οποίο είχαμε ακούσει πολλά. Αγροκτηνοτρόφος εδώ και πάνω από μισό αιώνα, απόμαχος πλέον των καλλιεργειών και των εκτροφών, στα 87 του έχει το κέφι, την υπομονή αλλά και το πάθος να διατηρεί, να προβάλει και να υπερασπίζεται την τοπική κληρονομιά του υπέροχου Κυκλαδίτικου νησιού του. Αυτά που ακολουθούν είναι όσα είπαμε μεταξύ τυρού και αχλαδιού και υπέροχου κόκκινου κρασιού φυσικά, στον φυσικό του χώρο, το μικρό αγρόκτημά του.
Αποστολή: Θανάσης Αντωνίου. Φωτο: Θανάσης Αντωνίου, Δημήτρης Ρουσουνέλος, Α.Ρ.
Η μικρή αγροικία, «κελί», που διατηρεί ο Δημήτρης Βλαστάρης λίγο έξω από τη Χώρα (Μεσαριά), της Κύθνου φαντάζει στα μάτια του επισκέπτη σαν ένα μικρό λαογραφικό μουσείο καθώς στα λίγα τετραγωνικά του, ο γηραιός αγροκτηνοτρόφος έχει συγκεντρώσει αντικείμενα, εργαλεία και σκεύη που συνδέονται άμεσα με τη ζωή στο κτήμα.
Τόπος συνάντησης του παρόντος με το παρελθόν
Παράλληλα όμως, το μικρό ησυχαστήριο του ‘Σούμα’ όπως είναι γνωστός στο νησί ο Δημήτρης Βλαστάρης, είναι ένας τόπος συνάντησης του παρόντος με το παρελθόν: κάθε χρόνο τον επισκέπτονται εκεί δεκάδες φίλοι του, από την Κύθνο κι αλλού, «απ’ όλο τον κόσμο» όπως μας λέει κυριολεκτώντας, αφού Κύθνιοι που τον γνωρίζουν βρίσκονται στα τέσσερα σημεία του πλανήτη. Το «κελί» του είναι γεμάτο με αμέτρητες φωτογραφίες του ιδίου και των φίλων του. Και πολλών αγνώστων φυσικά!
Φιλόξενος κι ομιλητικός, ο Δ. Βλαστάρης τα τελευταία χρόνια έχει αναλάβει με πάθος την προβολή και την προώθηση των τοπικών παραδόσεων του νησιού με όποιο τρόπο μπορεί. Συμμετέχει σε λαογραφικά προγράμματα κι εκδόσεις, δίνει το παρών σε εκδηλώσεις – εμείς τ5ον παρακολουθήσαμε σε μια απο αυτές- και δρώμενα και έχει πάντα μια ιστορία να πει για όλα όσα έζησε στο μικρό Κυκλαδίτικο νησί. Εννέα δεκαετίες…

Ο Δημήτρης Βλαστάρης, γνωστός σε όλους ως ‘Σούμας’, γεννήθηκε το 1939 στην Κύθνο. Ασχολήθηκε από παιδί με τον αγροτικό τομέα- «έχω σπουδάσει με πρόβατα και κατσίκια», λέει σε όσους ρωτάνε για τις γραμματικές του γνώσεις.
Την εποχή που αποφάσισε να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη γεωργία, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, η Κύθνος διέθετε σπουδαία αγροτική παραγωγή και το κριθάρι ήταν ένα από τα κύρια προϊόντα της Θερμιώτικης γης.
«Κάναμε ζευγάρι με βόδια και οργώναμε τα χωράφια μας, σπέρναμε και στο τέλος αλωνίζαμε τον καρπό με τα μουλάρια. Δίναμε το κριθάρι στου ΦΙΞ για τις μπίρες του. Εμείς μείναμε όλα τα χρόνια εδώ και, δόξα τω Θεώ, δεν βγήκαμε χαμένοι όπως ίσως νομίζουν κάποιοι» μας λέει συγκαταβατικά ο 87χρονος βετεράνος καλλιεργητής και κτηνοτρόφος.
Πέρα όμως από τη γεωργία, κατά τη διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα η Κύθνος διέθετε σπουδαία κτηνοτροφική παράδοση: εκτρέφονταν αρκετές εκατοντάδες αγελάδες, δεκάδες χιλιάδες αιγοπρόβατα και πουλερικά καθώς και μεγάλος αριθμός παραγωγικών ζώων.
Τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα στο δημαρχείο της Κύθνου κάνουν λόγο για έναν πολύ μεγάλο ζωικό πληθυσμό που κάλυπτε πλήρως τις ανάγκες του νησιού.

Υποχώρηση πρωτογενούς παραγωγής
Τι συνέβη όμως και η κτηνοτροφία εξελίχθηκε σε πάρεργο και σήμερα κινδυνεύει να εξαφανιστεί ολοκληρωτικά από το νησί; «Το πρώτο πρόβλημα είναι ότι μας… τιμώρησε ο Θεός: δεν βρέχει πια στο νησί. Παλαιά είχαμε βροχές, τρέχανε τα ποτάμια στο νησί και τα πηγάδια μας ήταν πάντα γεμάτα. Θυμάμαι πως όταν έβρεχε αποβραδίς, φτιάχναμε ζευγάρια με βόδια για να οργώσουμε την επομένη το μαλακό χώμα στα χωράφια. Βάζαμε όμως και πολλά ξερικά προϊόντα, όπως ντομάτες, φασόλια, πατάτες και τρώγαμε στα σπίτια μας από εκεί. Και ήξερες τι έτρωγες…» θυμάται ο Δ. Βλαστάρης.
Το δεύτερο πρόβλημα που βάζει στη συζήτηση ο γηραιός αγροκτηνοτρόφος και τυροκόμος είναι η μετανάστευση των νέων της Κύθνου η οποία έλαβε μαζικές διαστάσεις αμέσως μετά το τέλος της Κατοχής και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
«Όταν μεγάλωναν τα παιδιά, οι γονείς ήθελαν να τα σπουδάσουν. ‘Λόγω σπουδών’ ακούγαμε πολλές φορές όταν έφευγε μια οικογένεια από το νησί. Είχαμε βγάλει κι ένα ποιηματάκι τότε θυμάμαι: ‘Ωραία είναι τα Θερμιά, μα είν’ φτωχοί οι τόποι/ Γι’ αυτό και ξενιτεύουνται οι πιο καλοί ανθρώποι’. Υπήρχε πολύ φτώχεια εκείνα τα χρόνια» επισημαίνει με πίκρα ο Δ. Βλαστάρης.
Δεν είναι όμως μόνο η ανομβρία και η μετανάστευση που χτύπησαν την πρωτογενή παραγωγή της Κύθνου. Όταν τον ‘τσιγκλήσαμε’ συνομιλητής μας μπήκε κατ’ ευθείαν στο ‘ψητό’ των σύγχρονων αγροτικών προβλημάτων- και ήταν πράγματι αφοριστικός.
«Μας έφαγαν οι επιδοτήσεις. Ήταν βλαπτικές διότι ‘έφτιαχνα πέντε κι έγραφα είκοσι’. Δεν γίνονταν μπεσαλίδικα τα πράγματα και το ‘πακέτο’ πήγε στο να κονομάνε οι τεμπέληδες. Πρώτα οι άνθρωποι έκαναν τις δουλειές τους ‘με χέρι’, έδιναν τα χέρια για τις συμφωνίες στη δουλειά τους. Μερικές φορές έκαναν κι ένα συμπεθεριό! Έτσι ‘δένονταν’ οι δουλειές. Σήμερα δεν γνωρίζω πως γίνονται οι δουλειές. Νομίζω ότι έχει φύγει το… δέσιμο, έχει φύγει η ‘αγάπη’ κι αυτό είναι κακό για όλους».

Στην κτηνοτροφία από 8 ετών
Αξιοποιώντας το γάλα από τα ζώα της οικογένειάς του, ο Δημήτρης Βλαστάρης ασχολήθηκε από πολύ νωρίς με την τυροκομία, ήταν περίπου 8 ετών όταν ξεκίνησε να βοηθάει τον πατέρα του.
«Μου έλεγε ο πατέρας μου όταν στεκόμουν δίπλα του και τον βοηθούσα: ‘έλα παιδί μου να μάθεις, μπορεί να μη το πετύχεις τις πρώτες φορές αλλά κάποια στιγμή θα μάθεις’. Κι έμαθα!» θυμάται σήμερα ο Δ. Βλαστάρης. Εκείνη την εποχή έφτιαχνε, μεταξύ άλλων, φέτα, κοπανιστή και μυζήθρα.
Η τυροκόμηση στην Κύθνο ξεκινούσε τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο, ανάλογα τις καιρικές συνθήκες και τη γαλακτοφορία των ζώων. Ο ίδιος πέρασε πολλά χρόνια ως μαθητευόμενος δίπλα στον πατέρα του κι ένιωσε για πρώτη φορά ότι μπορεί να τα καταφέρει μόνος του γύρω στην ηλικία των 20.
«Είχε πήξει πια το μυαλό μου, όπως το τυρί!» μας λέει γελώντας με την ψυχή του. Εκείνο το διάστημα ο Δ. Βλαστάρης συνδέθηκε με τη μετέπειτα σύζυγό του. «Η γυναίκα σε ‘ανεβάζει’, βρίσκεις τον εαυτό του και όταν τη γνώρισα είπα: ‘τώρα θα βρω τον δρόμο μου’. Έτσι πάνε αυτά…» μας λέει.

Φτιάχνωντας το δικό του κοπάδι
Το κοπάδι που ανέλαβε κάποια στιγμή ο νεαρός Δημήτρης δεν ήταν μεγάλο, μόλις που ξεπερνούσε τα 30 ζώα και σε αυτά τα επίπεδα κινούνταν τα κοπάδια των περισσότερων Κυθνίων την εποχή εκείνη. Όπως θυμάται, και τότε όπως άλλωστε και σήμερα αλλά για διαφορετικούς λόγους, η βόσκηση των ζώων ήταν πρόβλημα γιατί το νησί είναι μικρό και οι γεωργοί ανησυχούσαν για τα χωράφια που είχαν σπείρει.
Αντίθετα, σήμερα το μεγάλο… κυνήγι των κτηνοτρόφων δεν προέρχεται φυσικά από γεωργούς, διότι γεωργοί δεν υπάρχουν πια στην Κύθνο αλλά από τους ιδιοκτήτες εξοχικών κατοικιών και ενοικιαζόμενων καταλυμάτων και τους ξενοδόχους που για κάποιο λόγο θεωρούν ότι το νησί πρέπει να μετατραπεί σε μια ενιαία, οικοδομήσιμη τουριστική ζώνη. Η κτηνοτροφία είναι μεγάο εμπόδιο στα οικιστικά σχέδιά τους.
Το μικρό κοπάδι που κληρονόμησε από τον πατέρα του μεγάλωσε και, κάποια στιγμή, ο Δ. Βλαστάρης έφτασε να εκτρέφει περίπου 80 αιγοπρόβατα. Όπως μας εξομολογείται «εκείνο το διάστημα αισθανόμουν πολύ περήφανος. Ήμουν νέος, δούλευα με όρεξη, είχα την οικογένειά μου. Είχα το κρέας, το γάλα και το τυρί μου. Τα ζώα τα πουλούσαμε σε εμπόρους που έρχονταν από την Εύβοια, από την Κάρυστο συγκεκριμένα, και τα παίρνανε ζωντανά. Πουλούσα τυρί στο νησί και είχαμε πάρει όλοι μας έναν δρόμο».

Η καθημερινότητα της εκτροφής
Ρωτάμε τον ηλικιωμένο κτηνοτρόφο και τυροκόμο πώς αντιμετώπιζε την καθημερινότητα μιας εκτροφής η οποία, αν και μικρή αριθμητικά, δεν έπαυε να έχει ιδιαίτερα προβλήματα λόγω φυσικά της νησιωτικότητας.
«Εκείνες τις εποχές υπήρχε κτηνίατρος στο νησί αλλά γνωρίζαμε κι εμείς πολλά για τα ζώα μας. Κοντά σε αυτόν, μαθαίναμε κι εμείς» μας λέει και εξηγεί: «Ξέραμε να ‘βγάζουμε’ ένα ερίφι, ένα δαμάλι κ.ά. Κάναμε διασταυρώσεις ζώων, δεν αγοράζαμε ξένα ζώα ποτέ. Το ίδιο κάναμε και για τα μουλάρια, τα άλογα, τα γαϊδούρια. Διαχειριζόμασταν τα ζώα μόνοι μας και είμασταν ένα είδος ‘πρακτικού κτηνίατρου’. Δεν είχαμε την ανάγκη να φωνάζουμε κάθε ώρα και στιγμή τον κτηνίατρο. Υπήρξαν και δύσκολες στιγμές- έχω χάσει κι εγώ κάποια ζώα κατά καιρούς. Συνήθως όμως είχα μαζί μου κάποιον άλλον κτηνοτρόφο για βοήθεια».
Στο ζήτημα της συνεργασίας μεταξύ των παραγωγών για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα, ζήτημα γνώριμο στις μικρές νησιωτικές κοινωνίες, ο συνομιλητής μας φαίνεται πως δίνει πρωτεύουσα σημασία. Αυτή ήταν άλλωστε μια σημαντική παράμετρος της νησιωτικής ζωής.
«Χτίζαμε τα ντουβάρια με δανεικά εργαλεία, βοηθούσε ο ένας τον άλλο με αγάπη και αλληλεγγύη. Σήμερα ήμασταν εδώ σήμερα, αύριο αλλού και το ίδιο συνέβαινε και στο μάζεμα της ελιάς, διότι υπήρχαν αρκετές ελιές στο νησί εκείνα τα χρόνια. Το λιοτρίβι δούλευε με πέτρα και μουλάρι, πέθανε ο άνθρωπος που το είχε κι έκλεισε…».
Η κουβέντα συνεχίζεται και μιας και βρισκόμαστε στο περιποιημένο και πλούσιο γευστικά τραπέζι του, δεν χάνουμε την ευκαιρία να τον ρωτήσουμε για τα τυριά με τα οποία ασχολήθηκε επί δεκαετίες.
«Φτιάχναμε το Θερμιώτικο τυρί, ‘της μπουρνιάς’ το λέγαμε κι ήταν ένα αλοιφωτό τυρί. Το ζυμώναμε έξω στη σκάφη με αλάτι -όσο ‘δεχόταν’ το στόμα μας γιατί έτσι γίνονταν τότε οι δοκιμές. Μόλις γεμίζαμε δυ0-τρεις μπουρνιές ρίχναμε λίγο αλάτι ακόμα από πάνω» θυμάται.
Όσο για τη διάσημη σε όλες τις Κυκλάδες κοπανιστή ο Δ. Βλαστάρης θυμάται: «Την τρώγαμε με κουτάλι φτιαγμένο από το κέρατο του βοδιού. Την αλείφαμε με το μαχαίρι πάνω στο ψωμί κι αν είχες και λάδι ήταν ακόμα καλύτερα!». Απλά πράγματα, απλές εποχές, υπέροχοι καιροί φτώχιας και περηφάνιας.